Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

μια σωρός από στάχτες

Αναπολώ τα χρόνια που πέρασαν σαν στάχτες
Νιώθω σαν από μάρμαρο αγαλμάτινο την ψυχή μου
Που έχει πια σε αμυδρή νηφάλια ονειρούπολη ξεχυθεί
Σε ήλιους ανήλιαγους και σε μέρη αλλόκοτα, πλατεΐζοντα…
Ένα σωρό από στάχτες σκαρφαλώνουν στη ράχη της πνοής μου
Να την πνίξουν όλο και βιαστικότερα
Πανικοβεβλιμένα και πενιχρά νήματα σέρνουν πια την ύπαρξη μου
Που δεν έμεινε πια παρά μόνο στάχτη στις στάχτες…
Καράβια σε στόλους απέραντους
μα μάταιους…
.#

;;;;

Με μεγάλωσαν σε μια κοινωνία οπού το όριο είναι κάτι το φανταστικό
Μια γυαλιστερή ασημένια γραμμή που σε σπρώχνει να την ξεπεράσεις
Με μεγάλωσαν σε μια κοινωνία όπου τη μισή μου ζωή πρέπει να κρατώ σημειώσεις για το πώς θα ζήσω την άλλη μισή
Με μεγάλωσαν σε μια κοινωνία όπου κάτι υλικά μινιμαλιστικά ανώφελο
Μπορεί να σε κάνει κάτι άμετρα και άυλα μεγάλο
Με μεγάλωσαν σε μια κοινωνία που η παιδεία είναι σιωπή
Και η σιωπή είναι αγάπη
Και η αγάπη άραγε τι είναι;;;;
.#

για το θεο μας

Θεός είναι ένας ανόητος υλιστής ιππόκαμπος-πιγκουίνος
Στην προσπάθεια του να αυτόεπιβεβαιώνεται θεωρεί τον εαυτό του άυλο…
Στην αρχή αποφάσισε να παίξει με τον κόσμο..
Και είναι και δεν είναι…
Και ο κόσμος ρίχτηκε πάνω του σαν διαμάντι στο μέγεθος αυγού
Τυφλοί να δουν πως το διαμάντι ήταν άμμος και ο εχθρός αγέρας
Θεός είναι ένα ανόητο μίζερο καχεκτικό ανθρωπάκι
Κρύβεται πίσω από παραμύθια γιατί φοβάται να αντιμετωπίσει τους σταυρούς που στόλισε τον κόσμο..
Θεός είναι ένα θλιβερό πλάσμα τόσο μοναχικό και γλοιώδες
που επινοεί καταστάσεις και πρόσωπα και κάνει το ένα τρία και τα τρία ένα
Θεός είναι ο άπληστος , αχόρταγος ,κυνικός αφροδισιακά παντοδύναμος.
Και αν τελικά ο Θεός είναι όλα αυτά… ακούγεται πλέον πιο πολύ σαν κτίσμα παρά σαν κτίστης
Κτίσμα του ανθρώπου του υλιστή, του μυθομανή, του γλοιώδους. Του μίζερου , του καχεκτικού, του ανεκπαίδευτου, του ψεύτικου και του μοναχικού.
Θεός τελικά είναι η κοινωνική μας συνείδηση
Θεός είμαστε εμείς
Θεός επί των ουρανών
Δεν υπάρχει
Πριν πέσω για ύπνο τις νύχτες αναλογίζομαι το κακό που πλανάται στον κόσμο…
Τρομάζω στη σκέψη ότι υπάρχει κάποιος που έχει τη δύναμη να αποτρέψει αυτό το κακό και δεν το κάνει..
Πριν πέσω για ύπνο λοιπόν , κατηγορώ τον εαυτό μου γι’ αυτό και ΟΧΙ
Κανέναν ανύπαρκτο
Ανόητο
Υλιστή
Άπληστο
Θεό
.#

νόημα

Ήξερε να μετρά τραγούδια με τα δάχτυλα των ουρανών της
Και σαν κάτι ακουμπούσε στα χέρια της
Πριν τη μαυρισμένη της ψυχή να φτάσει
Άλλοτε χρυσό γινόταν και άλλοτε αστέρι
Ήξερε να τραγουδά στις καρδιές των αγνώστων
Και απόψυχος θα θελε να ‘ταν στις κόρες των γνωστών
Πάντοτε έμοιαζε τόσο με την υπεροχότητα ενός σκίτσου
Μα τα υπέροχα σκίτσα ματώνουν για την μια τους ανικανότητα
Πίνακες ποτέ τους δεν θα γίνουν
Και πάντωτε λάγνες σκέψεις απόκρυφες θα μείνουν
Πίσω από κείνες τις γραμμές, τις υπέροχες έσβηναν τα χρώματα τους
Και κείνη σαν τη ρώτησες με τόση περιέργεια γιατί
Εκείνη μήτε για το χρυσαφένιο της άγγιγμα μίλησε..
Μήτε για τα λόγια της τα απόκοσμα
Μπορώ να σ’ αγγίξω και στο θρόνο του κόσμου ν’ ανέβεις
Μα τι νόημα θα χει να σου προσφέρω κάτι που δεν μπορεί να σ’ αγαπήσει;
.#

ενα ποίημα για την παράνοια

Η παράνοια είναι χαρακτηριστικό του σοφού
Ο ανόητος δεν μπορεί παρά να την κατακρίνει
Για κείνον είναι μια σιμυγδαλένια μελωδία πίσω απ’ τους ορίζοντες της λογικής.
Μια παράφωνη νότα στη συγχορδία της μετρημένης σκεπτικιστικής του ικανότητας
Για τον άλλον είναι ναρκωτική αναγκαιότητα..
Στο πρόσωπό της αντικρίζει την αρμονία της σουρεαλιστικής του πραγματικότητας.
Εκείνος τη νιώθει σε κάθε του συλλαβιστική προσπάθεια
Όταν πια οι συλλαβές σχεδιάζουν ηδονικά την απλότητα της έλλειψης
Και την αυταρχική ταυτότητα της ανοησίας.
Παράνοια είναι η σύνθεση στο ταξίδι…
στην ομορφιά του εναρμονίζω το παράφωνο και απαγορευμένο
υπερχαράζοντας το τοίχος που με προτρέπει στην καταδίκη τών
χωρίς να μου επιτρέπει να τ’ αγγίξω, να τα νιώσω
Δεν είναι παρά η επικινδυνότητα της μοναδικής επαφής τους
Η παραμορφωτικότητα της γνώσης τους
Μα και η ασφάλεια πως μακριά τους δύναμαι ως εκεί που θα ‘πρεπε
Δεν θέλησα ποτέ μου να φοβηθώ την παράνοια
Μήτε και τη σοφία
Η επικινδυνότητα τους με σπρώχνει πλησιέστερα στην αλήθεια τους
Ίσως είμαι νεκρή ως τότε
Μα κι ο θάνατος είναι παρανοϊκός
Έρπεται σε μια γνώση του τίποτε και του πάντα
Δεν θέλησα να φοβηθώ το θάνατο
Μήτε και τη σοφία θέλησα να φοβηθώ.
Και ίσως είμαι νεκρή ως τότε
Μα σαν ευχετήριο δώρο μακάρι να μου χαριζόταν η ελευθερία τούτη

Αφέθηκα στην παράνοια…
Ήξερα πως εκείνη θα με οδηγούσε κάπου μακριά
Ίσως στην ευτυχία που οι κανόνες των τοιχών δεν μου απέπνευσαν ποτέ.
Την εμπιστεύτηκα κι εκείνη θα με οδηγήσει.
Επικίνδυνο ίσως..
Μα δεν έμεινε να εμπιστευτώ τίποτε άλλο.
Όλα χάθηκαν σε μία ξαφνική έκλαμψη.
Και τα μίζερα λόγια τους στάθηκαν στην ύπαρξη μου
Τη βάρυναν και τη σκόρπισαν
ώσπου σε τέλμα ατέρμωνο να στραγκίξει τη ζωτική της ανάσα.
Είναι τόσο κρίμα που δεν κατάφερα να αποτρέψω τη μεταστροφή μου
Σε αυτό που τόσο δεν ήθελα να γίνω
αφέθηκα στην παράνοια,
Και στη μοναξιά
Ίσως το μόνο ταξίδι που δεν κατάφερε να με προδώσει.
. #

χθες το βράδυ

Χθες το βράδυ ήσουν εκεί
Ήσουν λουσμένη στο φως
Περιτριγυρισμένη από μουσικές
Προσπάθησα να σε αγγίξω
Και στα μάτια σου άστραψαν τα χρόνια
Της αφθονίας και της υπομονής
Το φως τύλιξε το άγγιγμα μου
Το σκόρπισε
Κι όμως ήσουν εκεί
Ξάπλωσα δίπλα σου ως το πρωί
Ώσπου τα φώτα έσβησαν
Και μόνον έμεινε ο χτύπος του ρολογιού
να μετρά τους χτύπους της καρδιάς σου
.#

Το ρολόι

Το ήξερα πως δεν θα ερχόσουν
Χτύπησε μεσάνυχτα στο επιβλητικό ρολόι
Σαν να έτριξε στην καρδιά μου ο ήχος τούτος
Στεκόμουν στα σκαλοπάτια του παραδείσου
Φασκιωμένη με χρώματα λευκά, αλλοτινά
Το βλέμμα μου κοιτούσε ψηλά στ’ αστέρια που αγαπούσα τόσο
Καθώς στα πόδια μου γυάλιζαν τα γοβάκια του ονείρου
Της νεράιδας η ελπίδα τα είχε σπρώξει στην πόρτα της ψυχής μου
Κι εγώ περίμενα ολότελα αφημένη στα μονοπάτια του παραμυθιού μου.
Μα δώδεκα χτύπησε της νύχτας το ρολόι
Και περήφανα σαν να το ήξερα από καιρό
Σαν θρίαμβο στα παλάτια του πρίγκιπα
Είχε έρθει η ώρα…
Η ώρα που η άμαξα ξανάγινε κολοκύθα
Και τα ηδονικά από παραδείσια στάχτη υφάσματα
Κουρέλια στο έλεος του κρύου άφησαν στα σκαλοπάτια της ψυχής μου
Νυχτερινές μουσικές ακούγονται από πέρα
Θα ήμουν κι εγώ εκεί…
Μα είχε έρθει η ώρα
Με λύπη κοίταξα τα κρυστάλλινα γοβάκια που απόμειναν στο πεζούλι
Τα κοιτούσα σαν μαγεμένη από τη μορφή των που άλλοτε στεκόταν στα δυο
μου πόδια
τα γυμνά τώρα πια
η ασημόσκονη της νύχτας σύεται ακόμη ολόγυρα μου
μα χτύπησε δώδεκα
και η μαγεία χάθηκε σε μία έκλαμψη της νύχτας και σύνεφο γίνηκε
γιατί το ήξερα πως δεν θα ‘ρχόσουν
κοίταξα γύρω μου και θλιμμένα μάζεψα
τα λουλούδια που κείτονταν τότε στην αγκαλιά μου
πριν ταο βλωσυρό στεναγμό του ρολογιού
Τα κρυστάλλινα σαν από πριγκιπικά σεντόνια βγαλμένα νεραιδόκουμπα
κρέμονταν στα χέρια μου
καθώς είχα πάρει του γυρισμού το δρόμο
Ξυπόλυτη με τα δικά μου βασιλικά κουρέλια.
Και σαν πίσω μου δεν κοίταξα και ολονυχτίς στην κάμαρά μου πλάγιασα
Που μήτε από μετάξι μήτε από μυρωδιές βασιλικές ήταν μυρωμένη
Σκεφτόμουν το όνειρο που σαν στερνή ελπίδα
Μ’ έναν χτύπο μ’ άφησε στο ημίφως
Και τα κομμάτια της ψυχής μου που κείτονταν μια για πάντα κείθε
Καθώς τα όνειρα τα παιδικά μου πλάνες αέναες γίνηκαν
Κλείνω τα μάτια και ο λίθινος ύπνος με παίρνει στην αγκαλιά του
Και ιστορίες πλάθει στην παιδική μου φαντασία
Για κορόμηλα σε δέντρα χρυσά
Και υπέρψηλα
Για βατράχους που φίλησες στοργικά
Και βάτραχοι εμείναν.
.#