Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Το ρολόι

Το ήξερα πως δεν θα ερχόσουν
Χτύπησε μεσάνυχτα στο επιβλητικό ρολόι
Σαν να έτριξε στην καρδιά μου ο ήχος τούτος
Στεκόμουν στα σκαλοπάτια του παραδείσου
Φασκιωμένη με χρώματα λευκά, αλλοτινά
Το βλέμμα μου κοιτούσε ψηλά στ’ αστέρια που αγαπούσα τόσο
Καθώς στα πόδια μου γυάλιζαν τα γοβάκια του ονείρου
Της νεράιδας η ελπίδα τα είχε σπρώξει στην πόρτα της ψυχής μου
Κι εγώ περίμενα ολότελα αφημένη στα μονοπάτια του παραμυθιού μου.
Μα δώδεκα χτύπησε της νύχτας το ρολόι
Και περήφανα σαν να το ήξερα από καιρό
Σαν θρίαμβο στα παλάτια του πρίγκιπα
Είχε έρθει η ώρα…
Η ώρα που η άμαξα ξανάγινε κολοκύθα
Και τα ηδονικά από παραδείσια στάχτη υφάσματα
Κουρέλια στο έλεος του κρύου άφησαν στα σκαλοπάτια της ψυχής μου
Νυχτερινές μουσικές ακούγονται από πέρα
Θα ήμουν κι εγώ εκεί…
Μα είχε έρθει η ώρα
Με λύπη κοίταξα τα κρυστάλλινα γοβάκια που απόμειναν στο πεζούλι
Τα κοιτούσα σαν μαγεμένη από τη μορφή των που άλλοτε στεκόταν στα δυο
μου πόδια
τα γυμνά τώρα πια
η ασημόσκονη της νύχτας σύεται ακόμη ολόγυρα μου
μα χτύπησε δώδεκα
και η μαγεία χάθηκε σε μία έκλαμψη της νύχτας και σύνεφο γίνηκε
γιατί το ήξερα πως δεν θα ‘ρχόσουν
κοίταξα γύρω μου και θλιμμένα μάζεψα
τα λουλούδια που κείτονταν τότε στην αγκαλιά μου
πριν ταο βλωσυρό στεναγμό του ρολογιού
Τα κρυστάλλινα σαν από πριγκιπικά σεντόνια βγαλμένα νεραιδόκουμπα
κρέμονταν στα χέρια μου
καθώς είχα πάρει του γυρισμού το δρόμο
Ξυπόλυτη με τα δικά μου βασιλικά κουρέλια.
Και σαν πίσω μου δεν κοίταξα και ολονυχτίς στην κάμαρά μου πλάγιασα
Που μήτε από μετάξι μήτε από μυρωδιές βασιλικές ήταν μυρωμένη
Σκεφτόμουν το όνειρο που σαν στερνή ελπίδα
Μ’ έναν χτύπο μ’ άφησε στο ημίφως
Και τα κομμάτια της ψυχής μου που κείτονταν μια για πάντα κείθε
Καθώς τα όνειρα τα παιδικά μου πλάνες αέναες γίνηκαν
Κλείνω τα μάτια και ο λίθινος ύπνος με παίρνει στην αγκαλιά του
Και ιστορίες πλάθει στην παιδική μου φαντασία
Για κορόμηλα σε δέντρα χρυσά
Και υπέρψηλα
Για βατράχους που φίλησες στοργικά
Και βάτραχοι εμείναν.
.#

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου